μεταχειρίζομαι


μεταχειρίζομαι
[мэтахиризомэ] р. употреблять, пользоваться, использовать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεταχειρίζομαι" в других словарях:

  • μεταχειρίζομαι — μεταχειρίζομαι, μεταχειρίστηκα, μεταχειρισμένος βλ. πίν. 34 Σημειώσεις: μεταχειρίζομαι : η μτχ. μεταχειρισμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο (μεταχειρισμένο αυτοκίνητο → όχι καινούριο, χρησιμοποιημένο). Το ρ. είναι μεταβατικό (μεταχειρίζομαι κάτι) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεταχειρίζομαι — take in hand pres ind mp 1st sg μεταχειρίζω take in hand pres ind mp 1st sg μεταχειρίζω take in hand pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειρίζομαι — (ΑΜ μεταχειρίζομαι, Α σπαν. και ενεργ μεταχειρίζω, Μ και μεταχειρίζω και μεταχερίζομαι και ματαχερίζομαι) 1. χρησιμοποιώ, κάνω χρήση, χειρίζομαι («μεταχειρίστηκα το φτυάρι για να σκαλίσω τη γη») 2. (συν. με επίρρ.) φέρομαι σε κάποιον με τον έναν… …   Dictionary of Greek

  • μεταχειρίζομαι — μεταχειρίστηκα, μεταχειρισμένος, κάνω χρήση κάποιου, χρησιμοποιώ: Μεταχειρίζεται ξένες λέξεις στο λόγο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταχειρίζεσθε — μεταχειρίζομαι take in hand pres imperat mp 2nd pl μεταχειρίζομαι take in hand pres ind mp 2nd pl μεταχειρίζομαι take in hand imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) μεταχειρίζω take in hand pres imperat mp 2nd pl μεταχειρίζω take in hand pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειριζομένων — μεταχειρίζομαι take in hand pres part mp fem gen pl μεταχειρίζομαι take in hand pres part mp masc/neut gen pl μεταχειρίζω take in hand pres part mp fem gen pl μεταχειρίζω take in hand pres part mp masc/neut gen pl μεταχειρίζω take in hand pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειριζόμεθα — μεταχειρίζομαι take in hand pres ind mp 1st pl μεταχειρίζομαι take in hand imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) μεταχειρίζω take in hand pres ind mp 1st pl μεταχειρίζω take in hand pres ind mp 1st pl μεταχειρίζω take in hand imperf ind mp 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειριζόμενον — μεταχειρίζομαι take in hand pres part mp masc acc sg μεταχειρίζομαι take in hand pres part mp neut nom/voc/acc sg μεταχειρίζω take in hand pres part mp masc acc sg μεταχειρίζω take in hand pres part mp neut nom/voc/acc sg μεταχειρίζω take in hand …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειριούμενον — μεταχειρίζομαι take in hand fut part mp masc acc sg (attic epic doric) μεταχειρίζομαι take in hand fut part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) μεταχειρίζω take in hand fut part mid masc acc sg (attic epic doric) μεταχειρίζω take in hand… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταχειρισαμένων — μεταχειρίζομαι take in hand aor part mp fem gen pl μεταχειρίζομαι take in hand aor part mp masc/neut gen pl μεταχειρίζω take in hand aor part mid fem gen pl μεταχειρίζω take in hand aor part mid masc/neut gen pl μεταχειρίζω take in hand aor part… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)